Φοβίες
Ως φοβία χαρακτηρίζουμε ένα επίμονο και υπερβολικό συναίσθημα φόβου που συνοδεύεται απο δυσφορικά σωματικά συμπτώματα ( αύξηση των καρδιακών παλμών, του ρυθμού αναπνοής, μυική ένταση, τρέμουλο, πάγωμα άκρων κλπ) και εμφανίζεται σαν απάντηση όταν το άτομο έρθει σε επαφή με ένα συγκεκριμένο ερέθισμα ή κατάσταση.
Τα άτομα με ειδική φοβία, παρότι αναγνωρίζουν το παράδοξο του φόβου τους και παρότι έχουν γνώση οτι το ερέθισμα/κατάσταση που τους προκαλεί αυτή την δυσάρεστη συναισθηματική αντίδραση δεν αποτελεί πραγματική απειλή για εκείνους (για παράδειγμα τα έντομα, τα ύψη, το να πετάει κανείς με αεροπλάνο, οι ενέσεις, η θέαση του αίματος), αδυνατούν να διαχειριστούν το συναίσθημα τους και έχουν έντονη παρόρμηση να απομακρυνθούν απο την πηγή που τους προκαλεί αυτή την αναστάτωση.
Η ένταση του φόβου και του άγχους που βιώνουν στην πιθανότητα να έρθουν σε επαφή με το φοβογόνο ερέθισμα, είναι τόσο υψηλή, με αποτέλσμα να προσπαθούν να χτίσουν μια καθημερινότητα απο την οποία θα αποκλείονται αυτά τα ερεθίσματα, ανεξαρτήτως του κόστους που θα επιφέρει αυτό σε άλλους τομείς της ζωής τους (για παράδειγμα επειδή κάποιος φοβάται τους σκύλους σταματάει να πηγαίνει στο σπίτι της/του συντρόφου του όταν απέκτησε κουτάβι)
Αν πάλι αυτό δεν είναι εφικτό και τελικά το άτομο όντως έρθει σε επαφή με κάτι που τον φοβίζει (για παράδειγμα κατσαρίδες ),το άγχος κορυφώνεται τόσο πολύ που δεν είναι πλέον διαχειρίσιμο και ανεκτό.
Oι ειδικές φοβίες αφορούν τα εξής ερεθίσματα/καταστάσεις:
- Zώα (αράχνες, κατσαρίδες, φίδια, σκύλοι)
- Φυσικό περιβάλλον (νερό, βροντές, ύψος)
- Αίμα-ένεση-τραύμα
- Καταστάσεις όπως ανελκυστήρες, κλειστοί χώροι, αεροπλάνα
- Άλλοι τύποι όπως φόβος πνιγμού ή εμετού, κλόουν, ήχοι κλπ.

Η ηλικία εκδήλωσης ειδικής φοβίας εξαρτάται απο τον τύπο της. Έτσι, στην παιδική ηλικία είναι πιο πιθανό η ανάπτυξη ειδικής φοβίας για κάποιο ζώο ή το αίμα ή το φυσικό περιβάλλον. Άλλου είδους φοβίες, είναι δυνατό να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε ηλικία.Ο γενικός μέσος όρος εκδήλωσης μιας ειδικής φοβίας είναι τα 10 έτη και ενδέχεται να πυροδοτείται απο κάποιο τραυματικό γεγονός, την παρατήρηση και μίμηση των αντιδράσεων των σημαντικών άλλων, ή το άκουσμα πληροφοριών για κάποια συμβαντα (για παράδειγμα υπερβολική εστίαση σε κάποιο αεροπορικό δυστύχημα). Παρ’ολ’αυτά, αρκετά άτομα δεν συσχετίζουν την εμφάνιση της ειδικής φοβίας τους με κάποιο συγκεκριμένο γεγονός.

Στο γενικό πληθυσμό υπολογίζεται οτι περίπου ένα 7-9% έχει κάποια ειδική φοβία.
Συχνά τα άτομα αυτά δεν αναζητούν υποστήριξη, καθώς ενδέχεται λόγω των συνθηκών ζωή τους να μην χρειάζεται να έρχονται σε επαφή με το φοβογόνο ερέθισμα και έτσι δεν τους προκύπτει συχνή δυσφορία (για παράδειγμα κάποιος που φοβάται τα ασανσέρ αλλά μένει σε ισόγειο).
Ωστόσο, υπάρχουν φοβίες οι οποίες έχουν σοβαρό αντίκτυπο στη λειτουργικότητα των ατόμων που τις εμφανίζουν και καθίστανται εμπόδιο στην καθημερινότητας τους και στην προσπάθεια τους να πετύχουν αυτά που θέλουν στη ζωή τους.
Τα άτομα αυτά στα πλαίσια των προσπαθειών τους να ελέγξουν τη φοβία τους και να μην βιώσουν αυτό το έντονο και δυσφορικό συναίσθημα, καταφεύγουν σε συμπεριφορές αποφυγής, όπως είναι για παράδειγμα η ακύρωση επαγγελματικών σχεδίων ή πλάνων αναψυχής λόγω της φοβίας για το αεροπλάνο, η αναβολή ιατρικών εξετάσεων λόγω της φοβίας αίματος με πιθανότητα επιβάρυνσης της συνολικής υγείας κλπ.
Σε αυτές τις περιπτώσεις ενδείκνυται η αναζήτηση εξειδικευμένης υποστήριξης προκειμένου να ανακτηθεί η λειτουργικότητα και συνεπακόλουθα η ποιότητα ζωής που επιθυμεί το άτομο.
Το Γνωσιακό-Συμπεριφορικό μοντέλο έχει αποδειχθεί οτι είναι αποτελεσματικό στη θεραπεία της ειδικής φοβίας, μέσα απο την εφαρμογή εξειδικευμένων τεχνικών που στοχεύουν στον εντοπισμό και στη διαχείριση των μηχανισμών που συντηρούν τη δυσκολία.